Η εφηβεία είναι η φάση ανάπτυξης των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου και απόκτησης αναπαραγωγικής ικανότητας του ατόμου, ενώ αποτελεί ουσιαστικά φάση μετάβασης από την ανέμελη παιδικότητα στους προβληματισμούς της ενήλικης ζωής. Επέρχεται σταδιακά και χαρακτηρίζεται από σωματικές και ψυχολογικές μεταβολές. Οι βιολογικές μεταβολές που λαμβάνουν χώρα κατά την ανάπτυξη των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου χαρακτηρίζονται ως ήβη ή ενήβωση, ενώ ο όρος εφηβεία περιλαμβάνει τόσο τις βιολογικές μεταβολές όσο και τις ψυχοσυναισθηματικέςσυνοδές εκδηλώσεις.

Η ενήβωση χαρακτηρίζεται από την κινητοποίηση του oρμονικούάξονα GnRH/ γοναδοτροφίνες (LH, FSH)/ στεροειδή του φύλου, με αποτέλεσμα την εμφάνιση των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου, που συνοδεύεται και από την εφηβική επιτάχυνση της ανάπτυξης και μία σωρεία ψυχοσυναισθηματικών μεταπτώσεων.

Φυσιολογικά, οι βιολογικές μεταβολές που λαμβάνουν χώρα κατά την ενήβωση εμφανίζονται μετά την ηλικία των 8 ετών στο κορίτσι, με πρώτη εκδήλωση την διόγκωση του μαζικού αδένα του στήθους, και μετά την ηλικία των 9 ετών στο αγόρι, με πρώτη εκδήλωση την αύξηση του μεγέθους των όρχεων. Η εμφάνιση τρίχωσης εφηβαίου και στα δύο φύλα χωρίς άλλα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου είναι έκφραση της κινητοποίησης των επινεφριδιακών ανδρογόνων (αδρεναρχή) και όχι έναρξη της εφηβείας.

Είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί πως κάθε παιδί είναι διαφορετικό και επομένως έχει τον δικό του ρυθμό εμφάνισης και προόδου της εφηβείας που καθορίζεται τόσο από γενετικούς όσο και από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Διατροφικοί παράγοντες και παιδική παχυσαρκία ευνοούν νωρίτερη κινητοποίηση του άξονα GnRH/FSH,LH/ στεροειδή του φύλου και, κατά συνέπεια εμφάνιση δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου, ενώ αντιθέτως, έντονη σωματική άσκηση, στα πλαίσια π.χ. πρωταθλητισμού, ή χρόνια νοσήματα, συνοδεύονται από καθυστέρηση ενήβωσης.

πρωιμη-ηβη

Πρώιμη ήβη χαρακτηρίζεται η εμφάνιση των δευτερογενών χαρακτηριστικών της ήβης πριν την ηλικία των 8 ετών στα κορίτσια ή των 9 ετών στα αγόρια. Διακρίνουμε την κεντρική/κεντρογενή πρώιμη ήβη, όταν αυτή χαρακτηρίζεται από πρώιμη ενεργοποίηση της κατά ώσεις έκκρισης του άξονα GnRH/LH, FSH και κινητοποίηση έκκρισης των στεροειδών του φύλου, και την περιφερικού τύπου πρώιμη ήβη, όταν αυτή χαρακτηρίζεται από επίδραση στεροειδών του φύλου, δηλαδή ανδρογόνων ή οιστρογόνων, η οποία όμως δεν προέρχεται από την φυσιολογική κινητοποίηση των κεντρικών μηχανισμών GnRH/LH, FSH.

Οι επιπτώσεις της πρώιμης ήβης μπορεί να είναι σωματικές και ψυχολογικές. Αν και αρχικά τα παιδιά αυτά εμφανίζονται ψηλότερα από τους συνομηλίκους τους, ολοκληρώνουν νωρίς την ανάπτυξή τους με αποτέλεσμα το τελικό τους ανάστημα να είναι συχνά παθολογικά χαμηλό. Η εμφάνιση στήθους ή άλλων χαρακτηριστικών του φύλου νωρίς μπορεί επίσης να δημιουργήσει αίσθημα διαφορετικότητας και δυσκολίες προσαρμογής στα παιδιά αυτά. Η μεγαλύτερη δυσκολία στα κορίτσια, είναι όταν έχουμε πρόωρη εμφάνιση της εμμήνου ρύσης, καθώς εκεί παρατηρούνται τα σημαντικότερα ψυχοκοινωνικά προβλήματα και, σπανιότερα, προβλήματα αυτοεξυπηρέτησης και υγιεινής σε μικρές ηλικίες.

πρωιμη-ηβη

Έχει μεγάλη σημασία η γνώση και διάκριση της φυσιολογικής παραλλαγής ενός βιολογικού φαινομένου από την παθολογική κατάσταση ώστε να εφησυχαστούν οι γονείς στην πρώτη περίπτωση και να μην καθυστερήσουν οι απαραίτητες εξετάσεις στη δεύτερη. Δεν είναι σπάνια π.χ. τα περιστατικά που επειδή η διόγκωση του μαζικού αδένα έρχεται ετερόπλευρη, οι γονείς έχουν καταφύγει σε χειρουργό, γιατί φοβούνται έναν όγκο της περιοχής, ή ακόμα το κορίτσι έχει υποβληθεί σε μαστογραφία προτού λάβει τη συμβουλή ενός ειδικού. Είναι σημαντικό να γνωρίζει ο παιδίατρος και ο ενδοκρινολόγος ότι η ετερόπλευρη εμφάνιση διόγκωσης του μαζικού αδένα αποτελεί συνήθως φυσιολογική κατάσταση κατά την έναρξη της εφηβείας και να ενημερώσει την οικογένεια κατάλληλα. Αντίθετα, στα αγόρια, μεγέθυνση του πέους χωρίς αύξηση του μεγέθους των όρχεων αποτελεί μη φυσιολογική κατάσταση που υποδηλώνει επίδραση ανδρογόνων χωρίς κεντρική ενεργοποίηση της εφηβείας. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις για να τεθεί έγκαιρα η διάγνωση, π.χ. συγγενούς υπερπλασίας επινεφριδίων, δυσγερμινώματος ή άλλης αιτίας υπερέκκρισης ανδρογόνων. Ακόμη, η διόγκωση μαζικού αδένα σε αγόρι κατά την εφηβεία, που πολλές φορές ανησυχεί τον ίδιο τον έφηβο και τους γονείς του, είναι συνήθως φυσιολογική, παροδική κατάσταση (εφηβική γυναικομαστία), και στην πλειονότητα των περιπτώσεων απαιτείται απλώς σωστή ενημέρωση του εφήβου, ώστε να μετριαστούν οι ανησυχίες και το αίσθημα δυσφορίας του.

Η διάγνωση της πρώιμης ήβης απαιτεί συνεργασία πολλών ειδικοτήτων, κατά κύριο λόγο παιδιάτρου και (παίδο-) ενδοκρινολόγου, αλλά και του γυναικολόγου, ο οποίος, στα κορίτσια, καλείται να εξετάσει μέσω υπερηχογραφήματος το μήκος της μήτρας και τον όγκο των ωοθηκών και την ανάπτυξη του μαζικού αδένα. Η συνεργασία αυτή απαιτείται τόσο για τη σωστή διάγνωση, όσο και για τη σωστή εκτίμηση και θεραπευτική αντιμετώπιση της πρώιμης ήβης.

Από την κλινική εξέταση ο παιδίατρός σας μπορεί να διαπιστώσει ενδείξεις πρώιμης ήβης και να σας παραπέμψει σε παιδοενδοκρινολόγο, για να γίνει ο κατάλληλος εργαστηριακός έλεγχος. Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει προσδιορισμό διαφόρων ορμονών στο αίμα, ενώ μια άλλη απαραίτητη εξέταση είναι η απλή ακτινογραφία του αριστερού χεριού (πηχαιοκαρπική - παλάμης και καρπού) με την οποία προσδιορίζουμε την οστική ηλικία. Συμπληρωματικά μπορεί να χρειαστεί να γίνει υπερηχογράφημα μήτρας-ωοθηκών ή ακόμα και μαγνητική τομογραφία υποφύσεως. Επίσης χρειάζεται στενή παρακολούθηση και επανεξέταση για να γίνει σωστά η τελική διάγνωση και η διάκριση αν αυτή είναι ταχέως εξελισσόμενη, οπότε και η θεραπευτική προσέγγιση κρίνεται απαραίτητη.

Η θεραπεία σκοπό έχει α) να αποφευχθεί πρώιμη σύγκλιση των επιφύσεων και ένα χαμηλό τελικό ανάστημα και β) να αποφευχθούν ψυχοκοινωνικά προβλήματα από την εμφάνιση εμμήνου ρύσης πολύ νωρίς, σε κορίτσι π.χ. 8 ετών, ενώ σπανιότερα συζητάται σε περιπτώσεις τεχνικών δυσκολιών στην αυτοεξυπηρέτηση του παιδιού με την εμφάνιση εμμήνου ρύσης. Η θεραπεία ενδείκνυται αδιαφιλονίκητα όταν η πρώιμη ήβη ξεκινά σε ηλικία μικρότερη των 6 ετών στο κορίτσι, όπου και επιφέρει σαφή βελτίωση του τελικού αναστήματος.

Συμπερασματικά πρέπει να πούμε ότι η γνώση των φυσιολογικών εκδηλώσεων και του χρονοδιαγράμματος της εφηβείας είναι σημαντική για την έγκαιρη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση περιστατικών πρώιμης ήβης. Σε περίπτωση κεντρογενούς πρώιμης ήβης, η απόφαση για έναρξη θεραπευτικής αγωγής με ανάλογα GnRH δεν θα πρέπει να λαμβάνεται προτού το παιδί έχει μία παρακολούθηση ανά 3μηνο έως 6μηνο, ώστε να είναι σαφές κατά πόσο πρόκειται για βραδέως ή ταχέως εξελισσόμενη πρώιμη ήβη. Στις περιπτώσεις βραδέως εξελισσόμενης πρώιμης ήβης, χωρίς αρνητική επίδραση στο προβλεπόμενο τελικό ανάστημα, συνήθως δεν απαιτείται έναρξη θεραπευτικής αγωγής με ανάλογο GnRH. Στις περιπτώσεις περιφερικής πρώιμης ήβης, ενδείκνυται αιτιολογική, όσο αυτό είναι δυνατόν, θεραπευτική αγωγή.